δοκιμάζω

verb --- "assay, test" (Logeion)

121 attestations of δοκιμάζω

Number without context limitations (see below)!

This page is a full view of your query with all relevant information. If you want to filter on the grammatical context (previous or next word), you can do so below. To export these data to a csv file (taking the filter into account if applicable), click the icon above.
Please note that the .csv file is tab-delimited and in Unicode, and Excel has problems with each of these if you just open the csv file by double clicking - supposing the default programme for opening csv files is set to Excel on your computer. Better results can be obtained through open source software such as Open Office. If you insist on using Excel (version 15 or higher), please use the import function (under "File"), select CSV and the file you just downloaded, and pick "Unicode (UTF-8)" from the dropdown for "File origin". Use Tab as the only delimiter and import by clicking "Finish". If you want to know why you have to take this detour, you may want to read this.

If your research starts from this export, please be fair and quote Trismegistos: here's how.

Wordref ID Attestation Context Morphology Century Date from Date to Written Line TM Tex ID
1432458 δοκιμάζωσιν ... ἀνδρῶν τριῶν, οὓς ἂν δοκιμάζωσιν ἀμφότεροι. μὴ ἐξέστω ... verb. 3. pl. pres. subj. act BC04 -310 -310 Egypt, U01 - Elephantine (Geziret Assuan) P. Eleph. Gr. 1, 8 5836
1432501 δοκιμάζωσιν ... ἀνδρῶν τριῶν, οὓς ἂν δοκιμάζωσιν ἀμφότεροι, ἀποδότω Ἡρακλείδης ... verb. 3. pl. pres. subj. act BC04 -310 -310 Egypt, U01 - Elephantine (Geziret Assuan) P. Eleph. Gr. 1, 10 5836
1751835 [δε]δ̣[οκιμασμέ]-νοις ... τὴν ἡμέρα[ν] gap=4 δύο τοῖς̣ [δε]δ̣[οκιμασμέ]νοις κ̣ σ̣κε χετ gap=unknown_lines ... participle. pl. pf. mid. masc. dat BC03 -299 -200 Egypt P. Hibeh 1 28, 25-26 65668
3172278 δοκιμάζεις ... ἀγωγ[ίωι] [ὁ]ποτέρως οὖν καὶ σὺ δοκιμάζεις οὕτως [ἔσ]ται vac=unknown gap=7_lines ... verb. 2. sg. pres. ind. act BC03 -299 -200 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) P. Petrie 3 41 Vo, 10 7704
1258636 δοκιμάζω ... καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ · δοκιμάζω γὰρ αὐτούς, ἅμα ... verb. 1. sg. pres. ind. act BC03 -263 -229 Egypt, 00a - Hiera Nesos (?) P. Cairo Zen. 3 59500, 5 1138
3925452 δοκιμάζεις ... ἑκατονείκοσι ἀρούρας. εἰ οὖν δοκιμάζεις κατασπαρῆναι αὐτην* ἀράκωι, ... verb. 2. sg. pres. ind. act BC03 -263 -229 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) PSI 4 432, 2 2115
3925486 δοκιμάζεις ... ἐπὶ καιροῦ. ὁπότε οὖν δοκιμάζεις, συντόμως χορηγείσθω, ... verb. 2. sg. pres. ind. act BC03 -263 -229 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) PSI 4 432, 4 2115
3925291 δοκιμάζηι ... φυτεῦσαι καὶ Ἀ̣λ̣κίμωι, ἐὰν δοκιμάζηι. Θεογένει περὶ ταυρικῶν ... verb. 3. sg. pres. subj. act BC03 -263 -229 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) PSI 4 429, 24 2112
1761534 δ̣οκιμ̣άζηι ... πωλεῖν ὡς ἂν τὰς τι[μὰς] δ̣οκιμ̣άζηι. γεγ̣ράφηκ̣α δὲ Ἀνῆι ... verb. 3. sg. pres. subj. act BC03 -260 -245 Egypt, U19 - Oxyrynchites (?) P. Hibeh 2 207, 8 5191
3916021 [ἐδοκί]μασα ... ἕκαστα ἔχει · οὐ γὰρ [ἐδοκί]μασα ἄνευ σου τὴν ἐγδημίαν ... verb. 1. sg. aor. ind. act BC03 -257 -257 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) PSI 4 330, 5 2024
1220451 ἐδο-κιμάζομεν̣ ... . Ἀπολλωνί[ωι] μ̣ὲ̣ν̣ [οὖν] οὐκ ἐδοκιμάζομεν̣ [γ]ρ̣ά̣ψ̣α̣[ι] διὰ τὸ μὴ ... verb. 1. pl. impf. ind. act BC03 -257 -257 Egypt, L00 - Alexandria (?) P. Cairo Zen. 1 59110, 10-11 760
3916710 ἐδοκιμάσαμεν ... χρηστὸν καὶ δίκαιον εἶναι, ἐδοκιμάσαμεν παραγενέσθαι εἰς Φιλαδέλφειαν πρὸς ... verb. 1. pl. aor. ind. act BC03 -256 -256 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) PSI 4 341, 4 2029
3917266 ἐδοκιμάσαμεγ* ... ἐπιστολῆς ὑπ̣[ογεγρά]φ̣[αμεν] τἀντίγραφα* extra · ἐδοκιμάσαμεγ* γὰρ καὶ αὐτοὶ γράψαι ... verb. 1. pl. aor. ind. act BC03 -255 -254 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) PSI 4 347, 3 2035
1223831 δοκιμάζεις ... Φιλαδε\λ/φείαι ἔργου. εἰ οὖν δοκιμάζεις καταπλεῦσαί με ὅπως ἂν ... verb. 2. sg. pres. ind. act BC03 -255 -255 Egypt, L01 - Memphites (?) P. Cairo Zen. 2 59160, 10 808
1227801 δοκιμάζηις ... τι, ὃ ἂν σὺ δοκιμάζηις ἐπιτήδειον εἶναι, καὶ ... verb. 2. sg. pres. subj. act BC03 -255 -255 Egypt, L00 - Alexandria (?) P. Cairo Zen. 2 59192, 6 838
1223798 δοκιμάζων ... ἡμᾶς πρὸς Ἀπολλώνιον καταπλεῦσαι, δοκιμάζων ὀφθῆναι αὐτῶι, καὶ ... participle. sg. pres. act. masc. nom BC03 -255 -255 Egypt, L01 - Memphites (?) P. Cairo Zen. 2 59160, 8 808
3919889 δοκιμάζηις ... συναποσταλῆναί μοί τινα ὃν ἂν δοκιμάζηις, ἕως ἂν τούτου ... verb. 2. sg. pres. subj. act BC03 -249 -249 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) PSI 4 377, 10 2061
1242415 δοκιμάζηις ... gap=unknown ἡ̣μ̣ῶν. καὶ ἐὰν δοκιμάζηις, ἀνακ[αλεσάμενος] [τοὺς] [χοιρεμ]πόρους ... verb. 2. sg. pres. subj. act BC03 -248 -248 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) P. Cairo Zen. 3 59331, 10 974
1244620 δοκιμάζηις ... γράψα[ς] gap=8 ο̣ἷ̣ς̣ ἂ̣ν σὺ δοκιμάζηις, ἵνα καταταγῆι πρὸς ... verb. 2. sg. pres. subj. act BC03 -246 -246 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) P. Cairo Zen. 3 59342, 5 985
1322098 δοκιμάζητε ... ⟦σὺν⟧ ὅπως ἐάν τι βέλτιον δοκιμάζητε οὕτως ποιῶμεν. ἀλλὰ ... verb. 2. pl. pres. subj. act BC03 -244 -244 Egypt, 00a - Philadelpheia (Gharabet el-Gerza) (?) P. Col. Zen. 2 87, 22 1800
1263747 ἐ-δοκίμαζ̣ον ... περὶ μὲν τ̣ῶν ἄλλων οὐκ ἐδοκίμαζ̣ον ἐπιτήδειον ε̣ἶναι γράφειν σοι ... verb. 1. sg. impf. ind. act BC03 -243 -243 Egypt, L00 - Alexandria (?) P. Cairo Zen. 4 59571, 4-5 1205
1247891 δοκιμάζω ... μὴ κακόν τι ἡμᾶς ἐργάσωνται δοκιμάζω ἐπιχωρῆσαι αὐτῶι · φέρει ... verb. 1. sg. pres. ind. act BC03 -243 -243 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) P. Cairo Zen. 3 59361, 32 1004
3155829 δοκιμά[ζομεν] ... σχολάζοντ[ες] [οὐδενὸς] παραδεικνύοντος ἔργα. δοκιμά[ζομεν] [οὖν] [καλῶς] ἔχειν προέσθαι ... verb. 1. pl. pres. ind. act BC03 -238 -237 Egypt, 00d - Krokodilopolis (Medinet el-Fayum) P. Petrie(2) 1 4, 6 47304
2590907 ἐδοκ̣[ίμασεν] ... [Εὐεργε]τῶν, ὃν ὁ Ἥφαιστος ἐδοκ̣[ίμασεν] [,] [ὧι] [ὁ] [Ἥλιος] ... verb. 3. sg. aor. ind. act BC03 -221 -205 Egypt P. Münch. 3 45, 10 5248
3626689 [δ]ε̣[δο]κιμασμέναι ... [μ]όνον ἀριθμὸν ἔχουσαι ἀλλὰ κα[ὶ] [δ]ε̣[δο]κιμασμέναι καὶ ἐπιτήδεοι* πρὸς τὰς ... participle. pl. pf. mid. fem. nom BC03 -210 -210 Egypt, 00c - Tebtynis (Umm el-Baragat) P. Tebt. 3 703, 86 5315
2646241 ἐδο-κίμα̣[σʼ] ... παραινεῖν̣ δ̣υ̣νάμενον τὰ πλείωι* οὐκ ἐδοκίμα̣[σʼ] ἂ̣ν διασαφεῖν̣, ἐξορκίζω ... verb. 1. sg. aor. ind. act BC02 - BC01 -199 -1 Egypt P. Oslo 3 148, 9-10 78555
3554209 δοκ̣ι̣μησῃς* ... διαλημφθήσεσ̣[θαι] [περ]ὶ αὐτῶν καθότι [ἂ]ν̣ δοκ̣ι̣μησῃς* (ἔτους) νγ Φα[μεν]ὼθ κϛ ... verb. 2. sg. aor. subj. act BC02 -117 -117 Egypt, 00d - Krokodilopolis (Medinet el-Fayum) (?) P. Tebt. 1 24, 78 3660
291423 δοκιμάζῃς ... ὑπομνήματος τιμὴν ἠι* ἣν ἐὰν δοκιμάζῃς ἀξίαν πρὸς τὴν ἡμετέραν ... verb. 2. sg. pres. subj. act BC01 -64 -44 Egypt, U20 - Herakleopolites BGU 8 1787, 11 4868
14561 δοκιμάζῃς ... , ἄδελφε, ὡς ἐὰν* δοκιμάζῃς, γεινέσθωι*, μὴ ... verb. 2. sg. pres. subj. act AD01 76 84 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) BGU 1 248, 19 25655
2695922 δοκιμάσις* ... , ἀλλὰ μετὰ τετράμηνον. δοκιμάσις* δὲ ⟦σὺ⟧ πῶς σε* ... verb. 2. sg. fut. ind. act AD02 100 199 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 12 1482, 16 28994
2493228 δοκι-μάσῃς ... οἰκίαν εἰ μὴ ἣν σὺ δοκιμάσῃς. [σὺ] δὲ οἶδες* ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 100 125 Egypt, L00 - Alexandria (?) P. Mich. 8 476, 16-17 27089
2493260 δοκιμάσῃς ... δὲ οὔ, ἣν ἂν δοκιμάσῃς ταύτην κἀγὼ* extra θέ[λω] ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 100 125 Egypt, L00 - Alexandria (?) P. Mich. 8 476, 19 27089
2855398 δοκιμάσῃς ... δώσεις αὐτῷ ἢ ᾧ ἐὰν δοκιμάσῃς ἑτέρῳ ἀσφαλεῖ εἰς τὴν ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 100 199 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 34 2726, 22 26874
2998708 δοκι-μάσῃς ... φανερόν σοι ποιῶ ἵνα ἐὰν δοκιμάσῃς ποιήσῃς πρὶν προλημφθῆναι · ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 - AD03 100 299 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 6 928, 7-8 28338
4357982 δοκιμασθ(εὶς) ... λινόυφος μίσθ(ιος) gap=unknown gap=unknown κάτ(οικος) δοκιμασθ(εὶς) δι̣ὰ̣ Θα̣ gap=unknown [μ]η̣(τρὸς) ... participle. sg. aor. pass. masc. nom AD02 - AD03 100 299 Egypt, 00a - Karanis (Kom Aushim) SB 22 15812, 9 41696
1620646 δοκιμάσῃς ... προσενεχθέντι ἢ ὃ ἐὰν ἄλλο δοκιμάσῃς ἐρρῶσθαί σε εὔχομαι, ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 113 117 Egypt, L00 - Alexandria P. Giss. Univ. 3 20, 38 22116
2536068 δοκιμάσῃ ... στρατηγὸς κ[ατ]αστήσας αὐτῶν ὃ ἐὰν δοκιμάσῃ ἐ[πίτρο]πον δυνάμενον [αὐτ]ῷ̣ Πάτρωνι ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD02 127 127 Egypt, 00c - Tebtynis (Umm el-Baragat) P. Mil. Vogl. 1 25, 5 12345
178225 δοκιμά[σῃ]ς ... περὶ αὐτῶν καὶ ὃ ἂν δοκιμά[σῃ]ς στῆσαι τῷ τρόπῳ προσέρχεσθαι ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 139 139 Egypt, U05 - Koptos (Qift) BGU 3 747, 19 20062
388902 [δε]-δοκιμασμένοι ... ἐπιστή[μην] μεταχειριζόμενοι μάλ[ι]στα [δὲ] [οἱ] [δε]δοκιμασμένοι ὥσπερ κἀγ[ώ]* extra, ... participle. pl. pf. mid. masc. nom AD02 139 142 Egypt, 00a - Bakchias (Kom el-Atl) P. Fay. 106, 24-25 10771
1883521 δοκιμάσῃ ... τε αὐτὸν gap=13 ἃ ἐ̣ὰν δοκιμάσῃ δι̣ὰ τὸ gap=18 σ̣υ̣νεργ̣άζεσθαι ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD02 140 140 Egypt P. L. Bat. 25 34, 14 18470
1582395 δοκιμάσα̣ς ... [τῆς] α(ὐτῆς) κώ(μης), καὶ δοκιμάσα̣ς ἐσφρά̣γ̣[ισα] [ὥς] ἐστιν καθαρός ... participle. sg. aor. act. masc. nom AD02 148 148 Egypt, 00a - Soknopaiou Nesos (Dimeh) P. Gen.(2) 1 32, 8 13878
245070 @^inline^δοκιμάζοντ̣αι@⟦δοκαμιζον̣ται⟧ ... . μ̣ο̣σ̣χ̣οσφραγ̣ι̣στ̣αὶ ἐξὸν λ[ο]γ̣ί̣μω̣ν̣ ἱερῶν @^inline^δοκιμάζοντ̣αι@⟦δοκαμιζον̣ται⟧ τ̣ῶ̣ν̣ ἐκ̣ κ[λί]ν̣ης ἱερῶν ... verb. 3. pl. pres. ind. mid AD02 149 149 Egypt, 00b - Theadelpheia (Batn el-Harit) BGU 5 1210, 201 9472
3851315 δοκιμάσας ... ἀπὸ τῆς α(ὐτῆς) κώ̣(μης) κ̣αὶ δοκιμάσας ἐσφράγισα̣ ὥς ἐστιν καθαρός ... participle. sg. aor. act. masc. nom AD02 149 149 Egypt, 00a - Soknopaiou Nesos (Dimeh) P. Recueil 14, 8 13879
3837365 δοκι-μάσαι ... χαλκὸν, σα[πρ]οὺ(ς) στατῆρες* ὀφείλομεν δοκιμάσαι. τὸν [χ]αλκὸν ἐγὼ ... infinitive. aor. act AD02 150 150 Egypt P. Yale 1 79, 10-11 16847
24552 δοκε̣ι̣-μάσῃς* ... τῶι παραδίσωι* πολήσας* ὡς ἂν δοκε̣ι̣μάσῃς* ἐπεὶ κατεπίγι* τὸ ἔδ[α]φος ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 155 155 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) BGU 1 348, 5-6 9071
4466177 δοκιμάζειν ... [Ἀ]πολλώνιος Φιλ[ί]ππου · ἡ βουλὴ δοκιμάζειν εἴω[θ]εν τοὺς ὑπηρετοῦν[τας] gap=unknown ... infinitive. pres. act AD02 160 160 Egypt, U05 - Koptos (Qift) SB 6 9016, 7 17842
2216760 δοκιμάσῃ ... ἢ καὶ ᾧ ἐὰν αὐτὸς δοκιμάσῃ ἑτέρῳ κρίτῃ περὶ τοῦ ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD02 161 161 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Merton 1 18, 31 21296
3864658 ἐδοκιμά-@^inline^σθην@⟦εδοκιμασσθεν⟧ ... Γυμνασίου, νομογράφου. ἐπεὶ ἐδοκιμά@^inline^σθην@⟦εδοκιμασσθεν⟧ ὑπὸ Διδύμου ἀνταρχιδικαστοῦ τῷ ... verb. 1. sg. aor. ind. pass AD02 173 173 Egypt, 00d - Krokodilopolis (Medinet el-Fayum) PSI 10 1105, 4-5 13830
2843135 [δ]οκιμᾷς ... μοι πυρὸν ἢ ὃν ἐ[ὰν] [δ]οκιμᾷς. Ἡρακλείδης Ἑρμαίσκ[ο]υ ἀποδότω ... verb. 2. sg. fut. ind. act AD02 - AD03 175 225 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 3 533, 24 28373
4181977 δ[ο]κιμάσῃς ... , ἀνγραψον* αὐτοῖς ὡς ἐὰν δ[ο]κιμάσῃς ⟦ ἵνα μηκέτι ἐνοχλήσωσ[ι] ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 175 199 Egypt, U19 - Toka SB 16 12579, 16 26736
2857398 δοκιμάσῃς ... τύχῃ δόξῃ, κελεῦσαι ὅτ̣αν δοκιμάσῃς παραλαβεῖν ταύ[τα]ς πρ̣ὸ̣ς τὸ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 179 180 Egypt, L00 - Alexandria (?) P. Oxy. 36 2760, 17 16551
2274514 δοκιμάσας ... διὰ Κλαυδίου Π[το]λ̣εμαί[ου] κοσμητε̣[ύσαντος] καὶ δοκιμάσας μου τ [ἐπιτη][ρ]ήσεως ἀπο[φη]νάμενο̣[ς] ... participle. sg. aor. act. masc. nom AD02 181 183 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Mich. 18 787, 36 22194
1482986 δο-κιμάσει ... , ὃς τὴν ἀξίωσίν σου δοκιμάσει. ἀπόδος. ἕως ... verb. 3. sg. fut. ind. act AD02 182 182 Egypt, U15 - Antinoopolis (El-Sheikh Ibada) P. L. Bat. 6 43, 52-53 15173
3895685 δοκιμάσῃς ... [τ]ύ̣χωσι, σὺ ὃν ἐὰν δοκιμάσῃς ἐκ τῶν [ἐπιτηδεί]ων ἑλοῦ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD02 193 193 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) (?) PSI 15 1535, 15 114321
4057427 δοκιμάσω ... gap=2 ἔ̣τ̣η π̣έ̣ν̣τ̣ε ω̣ν̣ ὅ̣τ̣ι̣ δοκιμάσω gap=unknown τ̣ὴ̣ν̣ ἁ̣πλῆν γραφε̣ῖ̣σ̣αν̣ ... verb. 1. sg. fut. ind. act AD02 - AD03 198 210 Egypt SB 10 10267, 8 16692
2647715 [δ]ο̣κιμασθέντι ... gap=unknown [δ]ο̣κιμασθέντι [ὑπὸ] [?] ἀρχιερέως gap=unknown ... participle. sg. aor. pass. masc. dat AD03 200 299 Egypt P. Oslo 3 181, 1 31643
2911197 δοκι̣μάσωμεν ... ἄ̣φες παρὰ σεαυτῷ ἔστʼ ἂν δοκι̣μάσωμεν τί ὀφίλει* αὐτῷ τῷ ... verb. 1. pl. aor. subj. act AD03 - AD04 200 399 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 45 3253, 8 30212
992018 δοκιμάσῃς ... γαρέλεόν* μοι πέμ̣[ψο]ν οἷον ἠὰν* δοκιμάσῃς κολὸν* εἶναι. [ἡ] ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD03 200 239 Egypt, 00b - Theadelpheia (Batn el-Harit) P. Basel 2 43, 12 30799
3088907 δοκιμά-σῃς ... τε ἠν* ἀπάρτισον ὡς ἐὰν δοκιμάσῃς. ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD03 200 225 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) SB 22 15357, 7-8 31355
4367096 δοκιμάσῃς ... ὅτι ἂν gap=unknown ὅ{τ}τι ἐὰν δοκιμάσῃς ἐπαν gap=unknown gap=unknown_lines ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD03 200 225 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) (?) SB 24 15941, 16 45376
3295650 δεδοκιμασμένοι̣ ... · νομ̣ί̣ζω μὲν gap=unknown gap=unknown δεδοκιμασμένοι̣ η̣τεο̣ gap=unknown ὀνομ gap=unknown ... participle. pl. pf. mid. masc. nom AD03 200 299 Egypt P. Ross. Georg. 2 40, 5 30732
1528810 δοκιμάσῃς ... σὺ αὐτὸς ἢ ὃν ἐὰν δοκιμάσῃς τῶν βοηθῶν σου πέμψεις ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD03 203 203 Egypt, L01 - Memphis (?) P. Flor. 2 278 Ro p. 257-275, 14 19670
2856904 [ἐδοκί]μ̣α̣σα ... εἰς τὴν Ῥώμη[ν] gap=unknown gap=unknown [ἐδοκί]μ̣α̣σα ἵνα μηδʼ αὐτοῖς ἢ ... verb. 1. sg. aor. ind. act AD03 212 212 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 36 2755, 12 30383
2714371 δο-κιμάσῃς ... μεταβαλ ὑπʼ ἐμοῦ ᾧ ἐὰν δοκιμάσῃς. ἀλ[λʼ] ὅ̣ρα μὴ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD03 212 299 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 14 1665, 23-24 31776
1608952 [ἐ]δ̣οκίμα̣σα ... τὴν Ῥώμην τὴν ἐ̣μὴν δηλωταίον̣* [ἐ]δ̣οκίμα̣σα, ἵνα μ[ὴ] π[αρʼ] ... verb. 1. sg. aor. ind. act AD03 215 215 Egypt, U10b - Apollonopolites Heptakomias P. Giss. Lit. p. 215-255 no. 6, 10 19436
4119086 δοκιμσας* ... οὓς ἐγὼ εἰς τὸ ἀκριβέστατον δοκιμσας* καὶ προελόμενος [ἀ]πέσστιλα*, ... participle. sg. aor. act. masc. nom AD03 222 222 Egypt, 00a - Bakchias (Kom el-Atl) SB 14 11648, 45 14504
2895343 [δοκι]-μασθέντα ... ὀκ[τὼ] καὶ ἔχω[ν] [κατὰ] [τὰ] [δοκι]μασθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιολο[γωτάτου] Πετρωνιανοῦ ... participle. pl. aor. pass. neut. acc AD03 225 225 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 43 3099 [i], 5-6 15978
2895469 δοκιμ[ασθέντα] ... [ὀκτὼ] [καὶ] ἔ̣χων κατ̣ὰ̣ τ̣ὰ̣ δοκιμ[ασθέντα] ὑπὸ τοῦ ἀξιολογωτάτου [Π]ε̣τ̣[ρω]νιανοῦ ... participle. pl. aor. pass. neut. acc AD03 225 225 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 43 3099 [i], 3 15978
2895835 [δοκ]ι̣[μ]α̣σ̣θέντα̣ ... ὑπέταξα [καὶ] ἀ̣ξ̣[ι]ῶ̣ κ̣[ατὰ] [τὰ] [δοκ]ι̣[μ]α̣σ̣θέντα̣ [ὑπὸ] [τῶν] [ἀξιολο]γωτάτων Θε ... participle. pl. aor. pass. neut. acc AD03 225 226 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 43 3101, 19 15980
4338630 δοκιμάσει ... ὁ κράτιστος τὴν ἀξίωσίν σου δοκιμάσει. la σθ λ(ί)β(ελλος) ... verb. 3. sg. fut. ind. act AD03 245 245 Turkey, Syria - Antiocheia (Antakya) SB 22 15496, 21 23921
3232217 δοκιμάσῃς ... τυργὴ ὑπά̣ρχι̣*, ὡς ἐὰν δοκιμάσῃς [ἐὰ]ν βουλεύσῃς gap=unknown καὶ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD03 249 268 Egypt, 00b - Theadelpheia (Batn el-Harit) SB 6 9415 (18), 26 14195
4497995 δοκιμάσας ... ἥνπερ διεπεμψάμην σοι, ὅπως δοκιμάσας ἀντιγράψῃς μοι, εἰ ... participle. sg. aor. act. masc. nom AD03 261 261 Egypt, 00b - Theadelpheia (Batn el-Harit) SB 6 9467, 4 14239
3604327 δοκιμάσασα ... καὶ τῇ τοῦ γένους οἰκειότητι δοκιμάσασα προ[νο?]ήσεσθαι? \γνησίως/ τοῦ παιδίου ... participle. sg. aor. act. fem. nom AD03 264 270 Egypt, 00c - Tebtynis (Umm el-Baragat) P. Tebt. 2 326, 10 13485
1689860 ἐδοκίμ̣[ασεν] ... κα ἥ τε κρατίστη βουλὴ ἐδοκίμ̣[ασεν] [τὴν] [τιμὴν] [ἐξο]διασθῆναι τῶν ... verb. 3. sg. aor. ind. act AD03 267 267 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) (?) P. Harris 2 201, 8 15206
2217571 ἐδοκίμασεν ... , ἀλλὰ τὸν παρόν̣τ̣α Σ̣εουῆρον ἐδοκίμασεν, ἀδελφὸν μὲν ὄντα ... verb. 3. sg. aor. ind. act AD03 274 274 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Merton 1 26, 12 21300
2217656 δοκιμασθεὶς ... νήπιος ὤν, καὶ̣ ὁ δοκιμασθεὶς ἐν τῇ ἀξιώσει αὐτῆς ... participle. sg. aor. pass. masc. nom AD03 274 274 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Merton 1 26, 17 21300
2818750 δ[οκιμάσ]ε̣ι̣ ... μ[ο]υ @^inline^διασημοτάτ\ῳ/@⟦διασημοτατου⟧ ἡγεμόνι, κα̣ὶ̣ δ[οκιμάσ]ε̣ι̣ [αὐτοῦ] [τ]ὸ μεγαλεῖον. ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD03 275 299 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) (?) P. Oxy. 24 2407, 5 30449
3383665 δοκιμάσει ... χρήσιμον gap=11 κατὰ τὸ δικαιότατον δοκιμάσει ὁ κράτιστος [ἐπιστράτηγο]ς. ... verb. 3. sg. fut. ind. act AD03 280 280 Egypt, 00b - Thraso P. Sakaon 36, 35 13054
2788516 ἐδοκίμασ̣[α] ... εἰς ὑπομνήματά με ἥκειν καὶ ἐδοκίμασ̣[α] [τὰ] [τῇ] [βουλ]ῇ [δόξαντα] ... verb. 1. sg. aor. ind. act AD03 283 285 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 19 2228, 31 22177
3383957 δοκιμάσῃ ... [νομοῦ] [στρατηγῷ] ἢ ᾧ ἐὰν δοκιμάσῃ σου τὸ μεγαλεῖον ἐπαναγκάσαι ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD03 284 284 Egypt, 00b - Thraso P. Sakaon 37, 17 13055
2849145 [δο]κ̣ιμάσῃς ... Αἰγύπτου α[ὐτῷ] [εἶ(πεν)] gap=4 gap=3 [δο]κ̣ιμάσῃς. slantingstroke Πομπηιανὸς ὁ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD03 288 290 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 31 2612, 7 16907
4401160 [δοκι]μάσῃ ... δ̣ι' εὐτονωτάτης σου ὑ[πογραφῆς] gap=unknown [δοκι]μάσῃ σου ἡ ἀνδρία* ἐπαναγκασθῆναι ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD03 291 292 Egypt SB 26 16426, 19 97354
3913832 δοκιμά-[σῃ] ... οὗ ἐὰν̣ τ̣ὸ̣ μεγαλεῖόν σου δοκιμά[σῃ] gap=unknown ἀπο̣κα̣τ̣α̣σ̣τ̣α̣θ̣ῆναι μο̣ι περὶ ... verb. 2. sg. fut. ind. mid AD03 292 293 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) PSI 4 298, 21-22 19284
2692988 δοκιμάσῃ ... ᾧ ἐὰν τὸ μέγεθός σου δοκιμάσῃ ἢ τῷ χωματεπείκτῃ ἀναμετρῆσαι ... verb. 2. sg. fut. ind. mid AD03 298 298 Egypt, U19 - Paeimis P. Oxy. 12 1469, 20 21870
2226989 δοκιμά-[σῃς] ... [τὴν] [πα]ρεμβολὴν ἢ ὅπου ἐὰν δοκιμά[σῃς] gap=5 μεῖνον μόνον ἵνα ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 300 399 Egypt P. Merton 2 93, 17-18 33523
1023881 ἐδοκίμασαν ... λέγεσθαι ἐπὶ τοῦ δοθέντος δικαστοῦ ἐδοκίμασαν μᾶλ[λ]ον ἀπραγμόνως δια[λύσασθαι] [καὶ] ... verb. 3. pl. aor. ind. act AD04 300 300 Egypt, U13 - Euergetis P. Berl. Möller 1, 9 17454
3524574 δοκ̣ειμασῃσου* ... καθαρὰ καὶ λάχανα ὡς ἐὰν δοκ̣ειμασῃσου* ἡ εὐποιεία* καὶ τὸ ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD04 300 399 Egypt P. Strasb. Gr. 8 736, 10 32633
3950331 δοκιμάσῃ ... κα[ὶ] παρακαλῶ κελεῦσαι ᾧ ἐὰν δοκιμάσῃ gap=unknown gap=unknown τοῦς ἀφήλικας ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD04 300 399 Egypt PSI 7 769, 4 32871
378229 δοκιμάσῃς ... gap=17 [κ]ελεῦσαι διʼ οὗ ἐὰν δοκιμάσῃς ἐ̣π̣αναγκασθῆναι ἐκίνους* τὰ ὑπὲρ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 301 307 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) P. Amh. Gr. 2 83, 15 10113
2906958 δοκιμάζεσθαι ... vac=unknown gap=unknown τῶν προπολειτευομένων* gap=unknown δοκιμάζεσθαι εἰ τρο [π]ροσήκ[ο]ν̣τ̣[ο]ς κόσμου ... infinitive. pres. mid AD04 302 302 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 44 3191, 6 15952
2669099 δοκιμάσῃς ... τῷ στρατηγῷ ἢ ᾧ ἐὰν δοκιμάσῃς ἐπαναγ τὸν Σώτα\ν/ μετʼ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 303 303 Egypt, 00d - Krokodilopolis (Medinet el-Fayum) P. Oxy. 1 71 col. 1, 18 12591
3377317 δοκιμάσῃς ... καὶ ε̣ι̣ σ̣ας @^inline^χρ[ό]νον@⟦χρονων⟧ ἐὰν δοκιμάσῃς ου τη τ̣ύ̣χ̣ω̣ διὰ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 305 305 Egypt P. Ryl. Gr. 4 701, 14 17329
2776684 δοκιμάσῃ ... οὗ ἐα* τὸ μεγαλεῖόν σου δοκιμάσῃ τοῦτον ἐπαναγ ἀποκαταστῆσαι τὰ ... verb. 2. sg. fut. ind. mid AD04 308 308 Egypt, U19 - Oxyrynchites P. Oxy. 17 2133, 26 17513
4291897 δοκιμάσῃ ... [κλη]ρονομίας ἀπολαβε̣ῖ̣[ν] διʼ οὗ ἐὰν δοκιμάσῃ σου ἡ̣ [τύχη] πρὸς ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD04 308 308 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) SB 20 14587, 20 23760
3384437 δοκι-[μάσῃ] ... σου ὑπογραφῆς προνοίᾳ οὗ ἐὰν δοκι[μάσῃ] [σου] [τὸ] με̣γαλῖον* ἐπαναγκασ[θ]ῆναι ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD04 312 312 Egypt, 00b - Theadelpheia (Batn el-Harit) P. Sakaon 38, 27-28 13056
2941491 δοκειμάσῃ* ... ὃν ἐὰν τὸ μεγαλεῖόν σου δοκειμάσῃ*. vac=unknown @^inline^διευτύχει@⟦διευχ⟧. ... verb. 2. sg. fut. ind. mid AD04 314 318 Israel, Palestina - Eleutheropolis (Beit Djibrin) P. Oxy. 50 3574, 14 15395
1120227 δοκιμάσῃ ... οὗ ἐὰν τὸ μεγαλεῖόν σου δοκιμάσῃ ἵνα δυνηθῶ ἐκ σῆς ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD04 315 315 Egypt, 00a - Karanis (Kom Aushim) P. Cairo Isid. 74 (57063), 18 51670
2226556 δοκιμά̣σ̣[ῃ] ... οὗ ἐὰν̣ [τὸ] [με]γ̣αλεῖόν σου δοκιμά̣σ̣[ῃ], ἵνα δυνηθῶ ἐκ ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD04 316 316 Egypt, 00a - Karanis (Kom Aushim) P. Merton 2 91, 18 11939
1120792 δ[ο]κιμάσῃς ... [δόξειε]ν κελεῦσαι διʼ οὗ ἐὰν δ[ο]κιμάσῃς ἐπαναγ[κασθῆναι] [τοὺς] [ἀντιτεταγμένους] ἢ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 318 318 Egypt, 00a - Karanis (Kom Aushim) P. Cairo Isid. 76 (57361), 18 10407
1340342 δοκιμάσῃς ... δοξιεν* κελεῦσαι διʼ οὗ ἐὰν δοκιμάσῃς ἐπαναγκασθῆναι τοὺς ἀντιτεταγ̣μ̣ένους ἢ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 318 318 Egypt, 00a - Karanis (Kom Aushim) P. Col. 7 169, 15 10523
1340685 [δο]-κιμά̣[σῃ]ς ... δοξιεν* κελεῦσαι διʼ οὗ̣ [ἐὰν] [δο]κιμά̣[σῃ]ς ἐπαναγκασθῆναι τοὺς ἀντιτ̣ε̣τ̣α̣[γ]μένο̣υ̣ς̣ ἢ̣ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 318 318 Egypt, 00a - Karanis (Kom Aushim) P. Col. 7 170, 20-21 10524
3385271 δοκιμάσῃς ... γυναικὸς ἀποκοπῆναι διʼ οὗ ἐὰν̣ δοκιμάσῃς — καὶ γὰ[ρ] ὁ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 318 321 Egypt, 00b - Theadelpheia (Batn el-Harit) P. Sakaon 40, 17 13059
433305 δοκιμάσῃς ... τῆς ἀρ̣ε̣τῆς προ̣σ̣τάξαι ᾧ ἂ̣ν̣ δοκιμάσῃς τὴν κατʼ ἐμοῦ γειγνομένην* ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 321 321 Egypt, U15 - Hermopolis (El-Ashmunein) CPR 17.1 15, 13 17712
3385463 δοκιμάσῃς ... σου ὑπογραφῆς διʼ οὗ ἐὰν δοκιμάσῃς κωλυθῆναι τὴν γιγνομένην κατʼ ... verb. 2. sg. aor. subj. act AD04 322 324 Egypt, 00b - Theadelpheia (Batn el-Harit) P. Sakaon 41, 13 13060
3101176 δοκι-[μάσ]ῃ ... σῆς κελεύσεως διʼ οὗ ἐὰν δοκι[μάσ]ῃ σου τὸ μεγαλεῖον τοῦτον ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD04 329 329 Egypt, U09 - Panopolis (Akhmim) P. Panop. 28, 10-11 16198
483986 [δο]κιμάσῃ ... οὗ ἐὰν τὸ μεγαλεῖόν σου̣ [δο]κιμάσῃ [τούτου]ς̣ [παύε]ι̣ν τῆς βίας ... verb. 2. sg. fut. ind. mid AD04 330 330 Egypt, U15 - Hermopolis (El-Ashmunein) CPR 7 15, 19 15828
3950159 δοκιμάσῃ ... ὃ ἐὰν ἡ σὴ τύχη δοκιμάσῃ καὶ χάριτάς σοι ὁμολ̣[ογήσω] ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD04 331 331 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) PSI 7 767, 50 17651
3101854 ἐδοκίμασ[εν] ... μ̣ου ἡγεμὼν ἐντυχόντος αὐτῷ Πασνῶτος ἐδοκίμασ[εν] [τ]ὴν ἡλικίαν αὐτοῦ καὶ ... verb. 3. sg. aor. ind. act AD04 332 332 Egypt, U09 - Panopolis (Akhmim) P. Panop. 30, 20 16200
937131 δεδοκιμασμένην ... χλαμύδαν μίαν γί(νεται) χλ(αμὺς) α δεδοκιμασμένην · ἐὰν δὲ ἀποβληθῇ ... participle. sg. pf. mid. fem. acc AD04 348 348 Egypt, U15 - Antinoopolis (El-Sheikh Ibada) P. Ant. 1 40, 6 32719
883858 δοκ̣[ιμ]ά̣σ̣α̣ντα ... ἀ[ρχιτ]έκτον[α] [ἐ]π̣ὶ τῶ̣[ν] τ̣όπων γενόμε[ν]ον δοκ̣[ιμ]ά̣σ̣α̣ντα ὁρ̣ίσαι πό̣σ̣ο̣ν̣ ὀφείλι* [φέρειν] ... participle. sg. aor. act. masc. acc AD04 350 350 Egypt, L00 - Alexandria P. Abinn. 63, 9 16868
4074021 δοκιμάζιν* ... καὶ πέμψον μοι τὸν μέλλοντα δοκιμάζιν* τὰ σίπ · ἑτοίμασαν ... infinitive. pres. act AD04 350 399 Egypt, U19 - Oxyrynchites SB 12 10800, 19 32552
469746 δοκιμάσας ... [φρό]ν̣τισον [κατὰ] [τὴν] ἀξίωσιν Θεοδοτίου δοκιμάσας τὴν ἔννομ[ο]ν αὐτο[ῦ] ε ... participle. sg. aor. act. masc. nom AD04 351 351 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) CPR 5 12, 12 9869
3262099 ἐδοκίμασα ... κατέχις* με ἕνεκον* ζημίας. ἐδοκίμασα γὰρ τὰ περισκελίδια. ... verb. 1. sg. aor. ind. act AD05 400 499 Egypt, U20 - Herakleopolis (Ihnasya el-Medina) (?) P. Rainer Cent. 161, 6 34788
469887 δοκιμασθέντος ... [οὗ] [ἐώνημαι] [παρ]ὰ̣ σοῦ οἴνου δοκιμασθέντος παρʼ ἐμοὶ gap=10 [ὃ]ν ... participle. sg. aor. pass. masc. gen AD05 475 475 Egypt, U20 - Herakleopolis (Ihnasya el-Medina) CPR 5 14, 11 16035
1050588 δοκιμάσητε ... καὶ μ εως, ὅτε δοκιμάσητε τὸ πρᾶγμα μεταξὺ αὐτοῦ ... verb. 2. pl. aor. subj. act AD06 - AD07 500 699 Egypt P. Bodl. 1 64, 5 38170
2658863 δοκιμάσῃ ... ἵνα τὸ παριστάμενον ἐπʼ αὐτῷ δοκιμάσῃ. τὸ οὖν δοκοῦν ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD06 - AD07 500 699 Egypt, U19 - Oxyrynchos (Bahnasa) P. Oxy. 1 128, 9 37140
4232628 δοκειμάζεται* ... μείνω ἐνταῦθα. εἰ δὲ δοκειμάζεται* πέμψαι καὶ μαθῖν* παρʼ ... verb. 3. sg. pres. ind. mid AD06 - AD07 500 699 Egypt, U19 - Oxyrynchites (?) SB 18 13598, 5 36296
4539367 δοκιμασθ(εῖσα) ... δεσπότου ἡμῶν τοῦ θεοφυλάκτου πατρικίου δοκιμασθ(εῖσα) διὰ Παύλου πρεσβυτέρ(ου) τῆς ... participle. sg. aor. pass. fem. nom AD06 500 599 Egypt, 00 - Arsinoites (Fayum) Stud. Pal. 10 259, 4 37069
1183448 δ̣ο̣κιμά̣σ̣ῃ ... αὐτῶν διαδόσε̣ι̣ς π̣ρ̣ὸ̣ς̣ [οὓς] [ἂ]ν̣ δ̣ο̣κιμά̣σ̣ῃ ἑαυτο(ῦ) θεοφίλεια · π̣έπο[ιθ]α ... verb. 3. sg. aor. subj. act AD06 567 567 Egypt, U15 - Antinoopolis (El-Sheikh Ibada) P. Cairo Masp. 3 67312, 84 18440
2137519 δοκιμασθῆναι ... τῶν συνγειτόνων οἰκοδομησάντων σκοπηθῆναι καὶ δοκιμασθῆναι τὸ τί καταλαμβάνει εἰς ... infinitive. aor. pass AD06 567 568 Egypt, U15 - Antinoopolis (El-Sheikh Ibada) P. Lond. 5 1708, 189 19725
2145008 δοκιμασθέντων ... πολλῶν λεχθέντων καὶ ἀντιλεχθέντων καὶ δοκιμασθέντων ὕστερον δὲ ἔδοξεν ὥστε ... participle. pl. aor. pass. masc. gen AD06 585 585 Egypt, U01 - Syene (Assuan) P. Lond. 5 1731, 19 19746